μεταπουλώ

μεταπουλώ
μεταπούλησα, μεταπουλήθηκα, μεταπουλημένος, πουλώ σε άλλον κάτι που αγόρασα ο ίδιος: Μεταπούλησε το σπίτι σε διπλάσια τιμή.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • μεταπουλώ — και ματαπουλώ (Μ μεταπουλῶ, έω) μεταπωλώ …   Dictionary of Greek

  • μεταπωλώ — και μεταπουλώ και ματαπουλώ (Α μεταπωλώ, Μ μεταπουλῶ, έω) αγοράζω κάτι και τό πουλώ σε άλλους με σκοπό το κέρδος …   Dictionary of Greek

  • αβγολογώ — ( άω) [αβγολόγος] 1. αγοράζω αβγά από τούς ορνιθώνες και τά μεταπουλώ 2. μαζεύω (ή και κλέβω) τα αβγά από τις φωλιές τούς 3. αναζητώ το προσφώλι (λέγεται για την κότα όταν πρόκειται να γεννήσει) 4. εξετάζω την κότα με το δάχτυλο για να δω αν έχει …   Dictionary of Greek

  • μεταπιπράσκω — (Α) πωλώ πάλι ή έπειτα, μεταπουλώ ή ξαναπουλώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + πιπράσκω «πουλώ»] …   Dictionary of Greek

  • μεταπούλημα — και ματαπούλημα, το [μεταπουλώ] η μεταπώληση …   Dictionary of Greek

  • μεταπουλάω — (σπάν. μεταπουλώ), μεταπούλησα βλ. πίν. 58 και πρβλ. μεταπωλώ …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”